«Γιατί είναι οι μέρες;
Οι μέρες είναι εκεί όπου ζούμε.
Έρχονται, μας ξυπνάνε
ξανά και πάλι ξανά.
Θα χαίρονταν με ένα:
Πού αλλού να ζήσουμε εκτός από τις μέρες;
Α, αυτή την απορία λύνοντας
βρίσκονται και ο παπάς και ο γιατρός
με τις μακριές τις ρόμπες τους
να τρέχουν στα χωράφια.»
Φίλιπ Λάρκιν, «Days»
9 π.μ.: Μόλις έφτασα στη σχολή για μάθημα.
6.30 μ.μ. : Μόλις έφυγα από τη σχολή έπειτα από αχαλίνωτο μάθημα.
Ο σκύλος φορούσε ένα καφέ δερμάτινο λουρί, πράμα που σημαίνει, είτε ότι το αφεντικό του δεν τον ήθελε πια, είτε ότι δραπέτευσε από 'κει που ήταν. Δεν ξέρω τι συνέβη, ούτε υποθέτω κάτι· αυτό που σκεφτόμουν ήταν ότι ήταν τόσο πεινασμένος και ταλαιπωρημένος.
Έδειχνε να τα 'χει λίγο χαμένα , καθώς έτρεχε με απεγνωσμένο τρόπο να βρει φαΐ στα πλαϊνά του πεζοδρομίου (η πείνα, φαίνεται, του 'χε πάρει τα μυαλά) και από τον τρόπο που κινούταν μου θύμισε το σκυλί του Λούκι Λουκ, τον απίθανο Ρανταπλάν.
Παρόμοια μαυρισμένη μουσούδα, το ίδιο ιδιαίτερο περπάτημα, μα πάνω απ' όλα ολόιδιο βλέμμα. Αυτό το αχανές βλέμμα που ενώ είναι στραμμένο κατά πάνω σου, δεν ξέρεις ποτέ τι αληθινά κοιτάζει.
Έπειτα από 10' λεπτά περπάτημα, κι ενώ με την ανάσα του που άλλαζε συνεχώς ρυθμό, μου μετέφερε όλους τους φόβους και τις ανησυχίες του, τον πήγα στο σπίτι του φίλου μου Π., όπου του έδωσε λίγο κέικ και λίγο κρέας. Το καταβρόχθισε σε χρόνο dt·κόντεψε να σκάψει το έδαφος με τα δόντια του, με τη μανία του.
Και τότε ο Π. μου ανακοίνωσε πως το σκυλί είναι θηλυκό και θόλωσα.
"Μα εγώ τον φώναζα τόση ώρα Ρανταπλάν, κι ακολουθούσε. Δε γίνεται να του...εεε της αλλάξω όνομα."
Κι έτσι, για το υπόλοιπο της διαδρομής, συνέχισα να τη φωνάζω Ρανταπλάν.
Στα επόμενα εφτάμιση λεπτά, μέχρι δηλαδή να φτάσω στον σταθμό του τρένου, συνέχισε τις ατέλειωτες και μοναδικές ιστορίες της, ενώ σε μια στιγμή, και με πολύ δισταγμό με ρώτησε ψιθυριστά μήπως μπορούσα να της δώσω λίγη ακόμα τροφή. Μια στάση στο παντοπωλείο της γειτονιάς, για να πάρω την κονσέρβα για σκύλους, που κόστιζε μόλις ένα ευρώ, ήταν αρκετή για να δώσει ενέργεια και να κρατήσει ζωντανή τη Ρανταπλάν για τη χθεσινή βραδιά.
Δεν ξέρω τι απέγινε, τι θα απογίνει· αυτό που σίγουρα κράτησα από την όμορφη αυτή βόλτα είναι το βλέμμα της την ώρα που επιβιβαζόμουν στο βαγόνι του βιαστικού τρένου.
Ένα μαγευτικό βλέμμα in saecula saeculorum...
Έδειχνε να τα 'χει λίγο χαμένα , καθώς έτρεχε με απεγνωσμένο τρόπο να βρει φαΐ στα πλαϊνά του πεζοδρομίου (η πείνα, φαίνεται, του 'χε πάρει τα μυαλά) και από τον τρόπο που κινούταν μου θύμισε το σκυλί του Λούκι Λουκ, τον απίθανο Ρανταπλάν.
Παρόμοια μαυρισμένη μουσούδα, το ίδιο ιδιαίτερο περπάτημα, μα πάνω απ' όλα ολόιδιο βλέμμα. Αυτό το αχανές βλέμμα που ενώ είναι στραμμένο κατά πάνω σου, δεν ξέρεις ποτέ τι αληθινά κοιτάζει.
Έπειτα από 10' λεπτά περπάτημα, κι ενώ με την ανάσα του που άλλαζε συνεχώς ρυθμό, μου μετέφερε όλους τους φόβους και τις ανησυχίες του, τον πήγα στο σπίτι του φίλου μου Π., όπου του έδωσε λίγο κέικ και λίγο κρέας. Το καταβρόχθισε σε χρόνο dt·κόντεψε να σκάψει το έδαφος με τα δόντια του, με τη μανία του.
Και τότε ο Π. μου ανακοίνωσε πως το σκυλί είναι θηλυκό και θόλωσα.
"Μα εγώ τον φώναζα τόση ώρα Ρανταπλάν, κι ακολουθούσε. Δε γίνεται να του...εεε της αλλάξω όνομα."
Κι έτσι, για το υπόλοιπο της διαδρομής, συνέχισα να τη φωνάζω Ρανταπλάν.
Στα επόμενα εφτάμιση λεπτά, μέχρι δηλαδή να φτάσω στον σταθμό του τρένου, συνέχισε τις ατέλειωτες και μοναδικές ιστορίες της, ενώ σε μια στιγμή, και με πολύ δισταγμό με ρώτησε ψιθυριστά μήπως μπορούσα να της δώσω λίγη ακόμα τροφή. Μια στάση στο παντοπωλείο της γειτονιάς, για να πάρω την κονσέρβα για σκύλους, που κόστιζε μόλις ένα ευρώ, ήταν αρκετή για να δώσει ενέργεια και να κρατήσει ζωντανή τη Ρανταπλάν για τη χθεσινή βραδιά.
Δεν ξέρω τι απέγινε, τι θα απογίνει· αυτό που σίγουρα κράτησα από την όμορφη αυτή βόλτα είναι το βλέμμα της την ώρα που επιβιβαζόμουν στο βαγόνι του βιαστικού τρένου.
Ένα μαγευτικό βλέμμα in saecula saeculorum...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου